Loading...
 Start Page

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗΣ ΠΑΤΡΑΣ            

Μέλος της International Federation for Choral Music (I.F.C.M.) και της European Choral Association- Europa Cantant

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ  «25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ»
Κλίκ για μεγέθυνση
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ  «25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ»
Τρίτη 18 Ιούν 2019

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

«25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ»

 

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΔΡΟΥ

ΣΑΒΒΑΤΟ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019

Ομιλητής:

Μο Σταύρος Σολωμός,

Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Πολυφωνικής Χορωδίας Πάτρας

 

 

                            Ευτύχησα να τον γνωρίσω προσωπικά. Να επικοινωνήσω όχι μόνον τις μουσικές του, αλλά και την εξαιρετική και ιδιοφυή προσωπικότητα του. Σήμερα 25 χρόνια μετά από την αναχώρηση του για τις μουσικές γειτονιές των ουράνιων Αγγέλων, ο λόγος του παραμένει τόσον επίκαιρος. Αιρετικός ίσως, αλλά ποτέ άλλοτε, τόσο φωτεινός και κρυστάλλινος, έτοιμος να καλύψει την επίγεια απουσία του.

 

                            Συναθροίζω τις προσωπικές μου ευχαριστίες στην κυρία Όλγα Νικολοπούλου και τον κύριο Κωστή Καπέλλα, που οργάνωσαν το καλλιτεχνικό αυτό μνημόσυνο για τον μεγάλο, πολυσυζητημένο, απρόβλεπτο και αξεπέραστο Έλληνα συνθέτη, αλλά και προς όλους εσάς, που είχατε την καλοσύνη να προστρέξετε στο κάλεσμα μιας κουβέντας- αναφορά, έστω και δι’ ολίγων γραμμών, σε αυτό το φαινόμενο της σύγχρονης Ελλάδας, που ακούει στο όνομα Μάνος Χατζιδάκις.

 

                             Η διαφορετική διάσταση, της μουσικής εκείνου, θα είναι το αντικείμενο της εισήγησης του ομιλούντος, εκτιμώντας πως η υποκειμενική εκτίμηση των δεδομένων μιας πολυδιάστατης μορφής, όπως αυτή του Μάνου Χατζιδάκι, αναμφίβολα θα υστερούσε. Επιλέγω σκόπιμα, τη διαχρονική ερμηνεία του έργου του ίδιου του συνθέτη, μέσα από το πεντάγραμμο [μερικά έργα θα ακουστούν από τις εκλεκτές συναδέλφους] και τη μουσική σκέψη, μέσα από το λόγο και τα χειρόγραφα του, ως στοιχεία γνήσια, αυθεντικά, χωρίς την παρεμβολή του στοιχείου της υποκειμενικότητας, η οποία μπορεί και να λαθέψει. Στόχος μου, ο προβληματισμός του εκλεκτού ακροατηρίου, ωσάν ο ίδιος ο συνθέτης να ήταν παρών, ωσάν ο λόγος και η μουσική να ήταν μια ζωντανή μαρτυρία και μια κατάθεση, έστω και αιρετικής άποψης.

 

                            Αγαπητές Κυρίες, αγαπητοί Κύριοι,

 

                            Η στροφή των Ελλήνων συνθετών στην παράδοση, είχε ήδη ξεκινήσει από την γενιά του μεσοπολέμου. Συνθέτες όπως ο Νίκος Σκαλκώτας και ο Μανώλης Καλομοίρης, που εντάσσονται χρονολογικά στην λεγόμενη γενιά του ’30, επηρεάστηκαν από το πνεύμα της εποχής και αντιμετώπισαν το ζήτημα της ελληνικότητας στον χώρο της μουσικής. Ωστόσο, οι συνθέτες αυτοί παρέμειναν προσκολλημένοι σε μία καθαρά ηθογραφική προσέγγιση του παραδοσιακού -δημοτικού κυρίως- μουσικού υλικού.

 

                        Ο Χατζιδάκις είναι ο πρώτος που αντιμετωπίζει την παράδοση έξω από το ηθογραφικό πλαίσιο, και σε όλη της την έκταση, προσλαμβάνοντας και τα πλέον απορριπτέα -για την κοινωνία της εποχής του- λαϊκά στοιχεία, και εντάσσοντάς τα, σε ένα νέο μουσικό κράμα. Από αυτή τη σκοπιά, ο Χατζιδάκις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνεχιστής της γενιάς του ’30 στον χώρο της μουσικής. Εξάλλου, ο ίδιος γαλουχήθηκε με τις ιδέες της γενιάς του ’30 και διατηρούσε ισχυρή φιλία με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της.

 

                        Στην πορεία αυτή, θα ενταχθούν πολύ νωρίς -ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940- και άλλοι συνθέτες, όπως ο Αργύρης Κουνάδης και ο Μίκης Θεοδωράκης, μετατρέποντας την ιδέα της σύνδεσης της λόγιας μουσικής με την λαϊκή παράδοση, σε κίνημα. Αποτέλεσμα υπήρξε η δημιουργία του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, όρος τον οποίον επινόησε ο Μίκης Θεοδωράκης για να περιγράψει το νέο αυτό μουσικό κράμα. Το δίπολο Χατζιδάκις - Θεοδωράκης, με το τεράστιο συνθετικό και θεωρητικό τους έργο, καθώς και με την σιγουριά της ποιότητας, θα αποτελέσει έκτοτε το βασικό πυλώνα που θα καθορίσει τις εξελίξεις στην ελληνική μουσική.

 

                       Στο νέο χώρο που δημιουργεί η σύνδεση του λαϊκού με το λόγιο, ο Χατζιδάκις διατηρεί μία θεωρητική, αλλά και αισθητική απόσταση, η οποία τον διαφοροποιεί σαφώς από τον Θεοδωράκη: Διατηρεί πάντα την συναίσθηση, ότι ο ίδιος είναι μη λαϊκός, ένας αστός παρατηρητής. Παράλληλα προσεγγίζει τον όρο «λαϊκό» αυστηρά, αποδίδοντάς του μία σαφή και αφαιρετική έννοια, πέρα από τις συνήθεις κοινοτοπίες:

                         «… Και για να εξηγηθούμε, όταν λέω κάτι λαϊκό δεν το εννοώ και για τον Λαό. Κατά σύμπτωση, ο Λαός κάθε άλλο παρά λαϊκός είναι. Τα μπουζούκια, οι μπαγλαμάδες και οι ζουρνάδες, είναι η συνήθεια του. Εμένα μ’ ενδιαφέρουν εκείνες οι λίγες, οι μοναδικές του στιγμές που ζει, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει την αλήθεια του. Είναι οι στιγμές που είναι σκέτα άνθρωπος, χωρίς την βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς την φθορά της Τάξης του…»

                              Η τοποθέτηση αυτή του Χατζιδάκι, τον οδηγεί να αναζητά για την μουσική του ένα περιεχόμενο ουσιαστικό και μία γνήσια σχέση με τον κόσμο. Αδιαφορεί για το ελαφρό τραγούδι, αυτό που δεν εκφράζει μία βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου, ενώ ταυτόχρονα αποκηρύσσει μεγάλο μέρος του "λαϊκότροπου" έργου του -γραμμένου κατά βάση για τον ελληνικό κινηματογράφο- για τον ίδιο λόγο. Αναφέρει χαρακτηριστικά για την μεγάλη επιτυχία του "Ποτέ την Κυριακή":

                          «Μου στέρησε τη δυνατότητα να ’χω τη σωστή επαφή με τον κόσμο… Και ο κόσμος επί ένα μεγάλο διάστημα εισέπραττε κάτι που ήταν απ’ έξω από το τραγούδι κι όχι από μέσα»

                         Ο Μάνος επεδίωξε μια μουσική ζωντανή, που να εκφράζει τους ανθρώπους και τον καιρό τους, και να μην είναι απλώς μια έκφραση τέχνης. Για τον λόγο αυτό απέρριψε το οικοδόμημα της κλασσικής μουσικής [με την οποία όμως ο ίδιος ασχολήθηκε αργότερα , ιδρύοντας και διευθύνοντας μάλιστα την περίφημη ¨Ορχήστρα των Χρωμάτων»], και επέλεξε απ’ την αρχή την ενασχόλησή του με το τραγούδι, κατά δήλωση του: ως «ερωτική πράξη και όχι μια έκφραση τέχνης» . «Πιστεύω» -γράφει ο ίδιος-«στο τραγούδι, που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.» .

 

                        Το τραγούδι κατά το Χατζιδάκι, πρέπει να βασίζεται σε υψηλό ποιητικό λόγο [είναι γνωστή άλλωστε η σχέση του με τον Νίκο Γκάτσο], αλλά και να περιέχει έναν ισχυρό μύθο. Τον στόχο αυτό θεωρεί ότι τον επιτυγχάνει για πρώτη φορά, με τον κύκλο τραγουδιών «Μυθολογία» (1965).

 

                               Είναι, πιστεύω, σε όλους γνωστή η σχέση του Χατζιδάκι με το ρεμπέτικο τραγούδι. Και αυτό αποτελεί μία διαφορετική πτυχή των επιλογών και των απόψεων του, περί της Ελληνικής μουσικής, αλλά και μια επαναστατική πράξη, που όμοια της δεν γνωρίζω να υπήρξε στη μουσική, της νεώτερης Ελλάδας. Σ’ εκείνη την περίφημη διάλεξη του 1949, στο Θέατρο Τέχνης, τον ακούμε να σχολιάζει:

 

                               ¨Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω, να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία, του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.


                            Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να’ χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να’ ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε – και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού, για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά. 


                            Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο να’ ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία. 


                            Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ’ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του, μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών;

 

                             Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θα’ ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν’ αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες - άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις.


                             Ύστερα για μας θα’ ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στον αγύριστο - που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ‘δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ’ άμεση επαφή, με το μελωδικό της στοιχείο.

 

                              Αυτά όμως όλα κουράζουν, σαν δεν τα δεις έξω απ’ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα, που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτέ, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν;

 

                             Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός, γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι, είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν’ αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια, είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχουμε νομίζω σήμερα τίποτε άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο».

 

                            Έλεγε λίγο πιο κάτω στη διάλεξη του:

 

                            ¨Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό, όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει.

 

                               Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας, καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση, όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων, μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ’ ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες.

 
                         Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του, μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς.


                          Πριν δύο χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι’ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ’ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή.

                          Κάποτε θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά, να υψώνουν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας»

 

                           Κάπως έτσι ο μεγάλος μας βάρδος, ποιητής και διανοητής, κατέγραψε στην ιστορία, τη νομιμοποίηση του ρεμπέτικου τραγουδιού, στο πάνθεον της μουσικής πράξης της πατρίδας μας, προσυπογράφοντας μια λαϊκή επιταγή, που μόνον το ανάστημα του, θα μπορούσε ίσως να κατορθώσει.

 

                          Αφοριστής και περιπαικτικός ο ίδιος αλλά και τολμηρός αναθεωρητής των ίδιων του των θέσεων και απόψεων, αφού το 1983 δηλώνει σε δημοσιογραφική συνέντευξη:

Ερώτηση:

Υπάρχει κάτι σχετικό μεταξύ της λαϊκής μουσικής της εποχής εκείνης και της σημερινής; Γιατί, όπως γράφετε, δεν έχουν θέση στον μουσικό χώρο της Ελλάδας το παλιό ρεμπέτικο και το μάγκικο. Δεν υπάρχει πλέον μερίδα του λαού που να εκφράζεται μέσω αυτής της μουσικής;

Απάντηση:

«Το παλιό ρεμπέτικο ήταν ένα περιθωριακό τραγούδι. Ανήκε στους ανθρώπους του λούμπεν προλεταριάτου. Σήμερα δεν υπάρχει λούμπεν προλεταριάτο. Έχει μεταναστεύσει και έχει γίνει αστικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός της Ελλάδας πλέον σήμερα έχει γίνει μικροαστικός και αστικός. Είναι το κοινό των παλιών ρεμπετών το οποίο έχει νομιμοποιηθεί και έχει αποκτήσει ισχύ ­ έχει μεταναστεύσει. Διασκεδάζει στα σκυλάδικα. Αυτά είναι αηδή πράγματα».

                   Δε διστάζει όμως να χλευάσει και τη λαϊκή μουσική της νεανικής του ηλικίας, δηλώνοντας:

                  «Στην εποχή μου τα τραγουδάκια που τραγούδαγε όλος ο κόσμος ήταν ηλίθια και εξακολουθούν να είναι ηλίθια φυσικά. Πάντα είναι ηλίθιο ένα κατασκεύασμα που προσαρμόζεται στις φωνητικές δυνατότητές μας. Το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μας εκφράζει... Λοιπόν τα τραγουδάκια που τραγουδάει ο κόσμος είναι βιομηχανικά κατασκευάσματα ­ γίνονται πάντα. Μερικές φορές είναι πολύ καλά αλλά τις περισσότερες φορές είναι ηλίθια, ­αρκεί να είναι στις δυνατότητες τις τραγουδιστικές μας, τις φωνητικές μας, για να μπορούν να μας απασχολούν στις ιδιωτικές στιγμές μας, στις στιγμές εκτονώσεως, στις στιγμές διασκεδάσεως».

Τώρα ο δημοσιογράφος εισδύει σε άλλους χώρους του Χατζιδάκι: Θα μπορούσατε να θίξετε λίγο περισσότερο αυτό που λέτε στα «Σχόλια του Τρίτου» ότι, όταν ο άνθρωπος ξαναβρεί τον εαυτό του, θα πάψει η μουσική να είναι «ραβδί της αναπηρίας»;

«Ναι, γιατί η μουσική λίγο πολύ εκφράζει ανθρώπους που είναι ανάπηροι, είναι μισοί. Όταν ο άνθρωπος γίνει ολόκληρος, δεν θα έχει ανάγκη να φτιάχνει ήχους για να εκφραστεί, για να αισθανθεί πλήρης, αλλά θα μεταχειρίζεται μόνο τα τραγούδια για να επικοινωνήσει. Το τραγούδι θα είναι μια ερωτική πράξη, όπως ήταν στην αρχή».

Κι άλλη ερώτηση: Τι ρόλο πρέπει να παίζουν τα ωδεία στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της χώρας;

«Κανέναν. Να κλείσουν όλα. Τα καφενεία είναι καλύτερα ­ τα κλασικά καφενεία που ερέθιζαν τη συζήτηση».

Και πώς θα γινόταν κάποιος μουσικός; Συνεχίζεται η περιέργεια του δημοσιογράφου

«Τι να την κάνεις τη μουσική;».

Έκπληκτος ο δημοσιογράφος: Φαίνονται λίγο παράδοξα αυτά τα πράγματα. Εσείς είστε ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης ο οποίος έχει επηρεάσει πάρα πολύ κόσμο.

«Όχι. Είμαι ένας άνθρωπος που πραγματοποιώ τα οράματά μου, είτε με τη μουσική μου είτε με τις πράξεις μου είτε με τις σχέσεις μου. Μεταχειρίζομαι πολλά μέσα. Μεταχειρίζομαι και τη μουσική».

Αν ξεκινούσατε από την αρχή, θα ξανακάνατε μουσική;

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι».

Θα ξαναγινόσασταν μουσικός;

«Αν είχα χρήματα, ίσως να μη γινόμουν. Ξεκινάει κανείς κάπου στα τυφλά. Αν είχα δύναμη και χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός. Δεν χρειάζεται. Θα ήμουν δυνατός και πλούσιος».

Πώς θα θέλατε να μείνει το όνομά σας;

«Να μη μείνει καθόλου. Δηλαδή, όταν φύγω εγώ, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν με ξέρει ο γιος σας. Αν πρόκειται να ξέρουν το όνομά μου, ας το ξέρουν όπως νομίζουν αυτοί. Δεν με απασχολεί το θέμα πώς θα με ξέρουν οι άλλοι. Όλο το ενδιαφέρον μου είναι πώς με ξέρουν οι δικοί μου άνθρωποι. Και επειδή κάθε ημέρα γίνομαι καινούργιος, πρέπει να με μαθαίνουν από την αρχή οι δικοί μου άνθρωποι. Οι άλλοι ας ξέρουν ότι θέλουν».

                       Νομίζω πως πρέπει να κλείσω την εισήγηση μου αυτή, σεβόμενος τον παραχωρηθέντα χρόνο, από τους οργανωτές,  με κάποιες απόψεις του Μάνου Χατζιδάκι, εντελώς ρηξικέλευθες, επαναστατικές, ίσως και τόσο θυμόσοφες. Αναφερόμενος στο τραγούδι, σχολιάζει [έτος 1988]:

                           ¨Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας - αφού γεννήθηκα τον ίδιο καιρό με σας και μες στον ίδιο χώρο - , που θα φωτίσω τις κρυφές κι αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γενούν δικές σας και θα μεταφερθούν και στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα - αν είναι δυνατόν - ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε.

 

                           Σε μια άλλη αποστροφή του λόγου του, εκμυστηρεύεται:

 

                          ¨Το τραγούδι μου είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ' απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη, που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση, αρκεί να με ρωτήσετε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!

 

                             Στη μνήμη αυτού του περίλαμπρου πνεύματος.

 

                           Σας ευχαριστώ, Σταύρος Σολωμός

Κορίνθου 280, Πάτρα, 26221  //  Τηλ.: 2610 279679, 2610 222248  //  Email: choir@polyphonikipatras.gr

SOCIAL MEDIA:       

Sitemap / Login

© Copyright 2013 - 2019 Πολυφωνική Χορωδία Πάτρας